Υπάρχουν τόσα πολλά χρώματα όσες και λέξεις.
Να μιλάς την γλώσσα της αλήθειας.
Να μιλάς την γλώσσα της καρδιάς σου.
Ο γέρο-Αντόνιο δείχνει έναν παπαγάλο που διασχίζει τον απογευματινό ουρανό. Μοιάζουν ψέματα τόσα χρώματα για ένα μόνο πουλί. Δεν ήταν έτσι ο παπαγάλος. Δεν είχε χρώματα. Σκέτο γκρι ήταν. Όπως κι όλος ο κόσμος εκατομμύρια χρόνια πριν. Υπήρχε μόνο άσπρο για την μέρα και μαύρο για την νύχτα. Μόνο δύο χρώματα για να αγαπάς και να ονειρεύεσαι που εάν τα ενώσεις…πάντα θα βγάζουν γκρι.
Ξύπνησαν μια μέρα οι θεοί και πολύ βαρετός τους φάνηκε ο κόσμος. Και σε μια συγκέντρωση που έκαναν, έβαλαν τα μυαλά τους κάτω, λύση να βρουν στο πρόβλημά τους. «Να φτιάξουμε κι άλλα χρώματα!» ένας απ’ αυτούς πέταξε την ιδέα. Ένα μουρμουρητό πήρε να απλώνεται ανάμεσά τους. «Ναι αλλά…πως;» είπε ο πιο μικρός. «Να περπατήσουμε στον κόσμο…να ψάξουμε ανάμεσα στο φως…» απάντησε στο τέλος ο πιο σοφός.
Πήραν κι απλώθηκαν οι Θεοί στον κόσμο ολούθε. Ένας απ’ αυτούς πήρε τους δρόμους κι όπως είχε απορροφηθεί στις σκέψεις του σκόνταψε πάνω σε μια μεγάλη πέτρα και έτρεξε ποτάμι το αίμα απ’ το κεφάλι του. Τέτοιο χρώμα δεν είχε ξαναδεί. Βούτηξε τα χέρια του μέσα στο αίμα, τα σήκωσε ψηλά και το είπε «κόκκινο» το χρώμα αυτό.
Κατόπιν ένας άλλος θεός πήγε να συλλογιστεί μέσα στο αγαπημένο του δάσος. Φυσούσε ξεφυσούσε μάταια ένα καινούργιο χρώμα για να βρει. Έγινε η ανάσα του αεράκι, το αεράκι έγινε αέρας, ο αέρας ανεμοστρόβιλος . Σηκώθηκαν τα φύλλα να χορέψουν σε αλλόκοτο ρυθμό κι όπως σηκώνονταν ψηλά αλλάζαν χρώμα. «Πράσινο» τότε φώναξε εκείνος ενθουσιασμένος.
Ένας άλλος άρχισε να σκαλίζει τη γη. «Τι κάνεις» τον ρώτησαν οι υπόλοιποι θεοί. «Ψάχνω την καρδιά της γης». Έσκαβε, έσκαβε, έσκαβε…ώσπου χτύπησε την φλέβα της γης την πιο σκοτεινή και πίσω από αυτή χτυπούσε δυνατά η καρδιά της. Γέμισαν τα μάτια του απ’ το χρώμα της. «Καφέ» είπε και άφησε από τα μάτια του να κυλίσει ένα δάκρυ. Το πιο πολύτιμό του.

Άλλος θεός πέταξε προς τα πάνω. «Θέλω να ψάξω ένα χρώμα για τον κόσμο μας σαν τον κοιτά κανείς από ψηλά». Κοιτούσε ολόγυρα. Παντού μαύρο και άσπρο. Αν τα ενώσεις πάντα γκρι. Τον έπιασε η τρέλα του ονείρου του. Ανέβηκε στο πιο ψηλό σύννεφο και μ’ ένα σάλτο βρέθηκε να βουλιάζει μέσα στη θάλασσα. Σηκώθηκαν τότε θεόρατα κύματα στο ύψος του ουρανού και μια τον φιλούσαν αυτά, μια τα χάιδευε εκείνος. Έπαιρναν και δίναν οι αγκαλιές και τα φιλιά. Σταμάτησε για λίγο ο κόσμος να δει πως άλλαζαν τα χρώματα από την παράξενη ένωση των δύο. Κι όπως αναδύθηκε ο θεός, τίναξε τα μαλλιά του που άλλο χρώμα είχαν πια κι εκείνα και αναστέναξε: «Μπλε».
Άλλος θεός έψαχνε χρώματα όταν άκουσε ένα παιδί να γελάει. Πως πήρε εκείνο το γέλιο και τον ζέστανε σε όλο του το κορμί. Έκλεισε τα μάτια και είδε μόνο φως, αλλά δεν έμοιαζε με το άσπρο που ήξερε. Κι όπως άνοιξε τα μάτια του ξανά, το γέλιο του παιδιού πήρε να δυναμώνει κι απλώθηκε αυτό το καινούργιο φως σε όλο τον κόσμο. Είδε ακόμα και τον ήλιο να του χαμογελά κι όπως πυρώθηκαν τα σωθικά του είπε: «Κίτρινο».
Ενώθηκαν πάλι οι θεοί να πουν για τα ταξίδια τους κι ο κόσμος δεν ήταν ο ίδιος πια. Όσο μιλούσαν για τα χρώματα εκείνα μπαίνανε το ένα μέσα στ’ άλλο κι άλλα χρώματα νέα γεννιόντουσαν. Το ένα πιο όμορφο από τ’ άλλο και όλα διαφορετικά. Τα πήραν όλα στα χέρια τους οι θεοί και τα σκόρπισαν στη γη. Για να θυμούνται οι άνθρωποι ακόμα κι όταν αυτή ιστορία θα έχει ξεχαστεί, φώναξαν οι θεοί εκείνο το πουλί, τον Παπαγάλο που ήξερε την γλώσσα των ανθρώπων. Σε κάθε φτερό του έβαλαν κι άλλο χρώμα και το όρισαν φύλακα των χρωμάτων, σαν γίνει το κακό κι όλα τα χρώματα πάλι χαθούν, να πάει να τους το μηνύσει. Τότε πάλι εκείνοι θα επιστρέψουν για να ξεκινήσουν την ιστορία πάλι από την αρχή. Έκαναν αυτά κι έπεσαν για ύπνο , γιατί ήταν πολύ κουρασμένοι.
Θυμήθηκε την ιστορία αυτή ο γέρο-Αντόνιο κι έκλεισε τα μάτια του ευχαριστημένος για να κοιμηθεί.
Ο κόσμος θα’ ναι χαρούμενος αν όλα τα χρώματα,
όλοι οι άνθρωποι κι όλες οι σκέψεις…
έχουν την θέση τους μέσα σε αυτόν.








